μοναχισμός

μοναχισμός
Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται μια ιδιάζουσα πραγματοποίηση της τάσης αποχωρισμού και απάρνησης του κόσμου για την ικανοποίηση εσωτερικών απαιτήσεων ηθικής και πνευματικής τελειοποίησης διά της προσευχής, της ταλαιπώρησης της σάρκας, των στερήσεων, της φτώχειας και της μόνωσης. Γι’ αυτό οι τελικοί σκοποί της οποίους αποβλέπει ο μοναχός – και που είναι πρωταρχικοί και αναντικατάστατοι παράγοντες του μ. – είναι η άσκηση, ως μορφή προοδευτικής πνευματικοποίησης της ύπαρξής του, και ο μυστικισμός ως ιδεώδης κατάσταση τελειότητας που πρέπει να επιτευχθεί μέσω της εκμηδένισης της προσωπικότητας και της προοδευτικής εσωτερικής ένωσης με το θείο ή με το απόλυτο. Ο μ. αποτελεί χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των μεγάλων ιστορικών θρησκειών: του ιουδαϊσμού, της δείχνει η κοινότητα του Κουμράν, κοντά στη Νεκρά θάλασσα, του ινδουισμού, στο περιβάλλον του οποίου αναπτύχθηκε μια μορφή μοναστικής ζωής που ίδρυσε μικρούς τόπους καταφυγίου για της επαίτες μοναχούς και οργάνωσε προσκυνήματα, και του βουδισμού, όπου διαδόθηκε ακολουθώντας τη διείσδυση της θρησκείας της στην ασιατική ήπειρο και προπάντων στο οροπέδιο του Θιβέτ (λαμαϊσμός). Στη χριστιανική θρησκεία, ο μ. άρχισε να αναπτύσσεται από τον 4o αι. στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία και η πρώτη φάση του ήταν η ερημική ή αναχωρητική. Οι μοναχοί ζούσαν χωρισμένοι ο της από τον άλλο, σε έρημες και απρόσιτες τοποθεσίες, χωρίς κανένα κανόνα εκτός από την πειθαρχία της εσωτερικής ζωής. Το 320 της, πρώτος ο Παχώμιος συγκέντρωσε μια μικρή κοινότητα σε μια μονή στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου. Εκεί έγραψε έναν κανόνα και ίδρυσε πολυάριθμα κοινόβια της γύρω περιοχές. Μια νέα, θεμελιώδης μεταρρύθμιση ακολούθησε με τον Μέγα Βασίλειο, που αναγνωρίστηκε ως ο θεωρητικός του κοινοβιακού ιδεώδους και έδωσε μοναστικούς κανόνες (που ισχύουν μέχρι σήμερα στον ανατολικό μ. και επέδρασαν μέσω του αγίου της Δυτικής Εκκλησίας Βενεδίκτου και στον δυτικό), που βασίζονταν ουσιαστικά στην αξία της υπακοής. Οι μοναχοί υποχρεούνταν να τηρούν πτωχεία και αγνότητα βίου, να είναι αφοσιωμένοι στην προσευχή, στην εργασία και στη μετάνοια. Στη Δύση, ο μ. εισάχθηκε από τον άγιο Αθανάσιο και διαδόθηκε στην Ισπανία, στη Γαλατία, στην Ιταλία, της Κέλτες της Ιρλανδίας (από τον άγιο Κολουμβάνο, που έδρασε σε όλη την Ευρώπη), στη Γερμανία και στην Ελβετία. Παράλληλα μ’ αυτόν, παρατηρήθηκε γρήγορα και μια γυναικεία κίνηση, που συνετέλεσε στην ίδρυση πολυάριθμων μονών και αναχωρητηρίων καθώς και στην καθιέρωση νέων κανόνων. Σχετικά με τη ρύθμιση του μοναστικού βίου στην Ανατολή ασχολήθηκαν η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, η εν Τρούλλω πενθέκτη, η εβδόμη και η τοπική (πρωτοδευτέρα), που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 861. Και η κοσμική της νομοθεσία ασχολήθηκε με τα σχετικά με της μοναχούς ζητήματα κατά της βυζαντινούς χρόνους, ιδίως επί Ιουστινιανού. Γνωστότατα τυπικά (μοναστικοί, δηλαδή, κανόνες), στα οποία στηρίχτηκαν όλα τα τυπικά της Ανατολικής Εκκλησίας, είναι το τυπικό Ιεροσολύμων (561) του Σάββα του Ηγιασμένου για τα μοναστήρια της Παλαιστίνης, το τυπικό της μονής Στουδίου (789) του ηγούμενου της μονής Θεοδώρου του Στουδίτου και το τυπικό του Αγίου Όρους (971) του Αθανασίου του Aθωνίτη, ιδρυτή της μονής Μεγίστης Λαύρας. Μια άλλη οργάνωση κοινοβιακής ζωής εμφανίστηκε στη Δύση τον 6o αι., με τη μεταρρύθμιση του αγίου Βενεδίκτου, του οποίου οι κανόνες, ενώ καθόριζαν τα συστατικά στοιχεία της θρησκευτικής διαγωγής και πρακτικής που έπρεπε να τηρηθούν, βασισμένα στην υπακοή της της ανώτερους, στην αναζήτηση μιας μετριοπαθούς άσκησης και στη συμμετοχή της λειτουργίες, εισήγαγαν της τον θεσμό της χειρωνακτικής εργασίας και της πνευματικής δραστηριότητας: Ora et Labora (Προσεύχου και Εργάζου). Τα μοναστήρια των Βενεδικτίνων, που ιδρύθηκαν στη Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία και Αγγλία, συνέβαλαν στην προαγωγή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και έγιναν σημαντικά κέντρα προόδου της τομείς της γεωργίας, της βιοτεχνίας και των γραμμάτων. Κατά τον 9o αι., οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι επιδρομές των Νορμανδών και οι επεμβάσεις των φεουδαρχών περιόρισαν τη δραστηριότητα των μοναχών στην Ευρώπη· μια μεγάλη ανανέωση σημειώθηκε τον 10o αι. στη Δύση, με την ίδρυση νέων μοναχικών ταγμάτων, που προήλθαν από τη μεταρρύθμιση των Κλουνιανών (Αυγουστινιανοί, Κερτοσιανοί, Κιστερκιανοί, Καμαλδουλίνοι κλπ.) και στα οποία δημιουργήθηκε απόλυτη ανάγκη μιας πιο άκαμπτης πειθαρχίας της μοναστικής ζωής και της ανεξαρτησίας από οποιαδήποτε εξουσία, εκτός από την παπική. Σ’ αυτά ανήκουν και τα επαιτικά μοναχικά τάγματα (Φραγκισκανοί, Δομηνικανοί κλπ.) που αν και δημιουργήθηκαν για ιεραποστολικούς σκοπούς, μαρτυρούν κάτω από νέες μορφές τη ζωτικότητα του ασκητικού και μυστικιστικού ιδεώδους. Η παρακμή του μ. στη Δύση (στην Ανατολή η τουρκική κυριαρχία είχε παραλύσει κάθε αξιόλογη κίνηση) χρονολογείται από την εποχή της Μεταρρύθμισης, με την κατάργηση των μονών της προτεσταντικές χώρες και την ίδρυση μέσα της κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας νέων θρησκευτικών ταγμάτων (π.χ. των ιησουιτών), στα οποία έβρισκε έκφραση το ιδεώδες της Αντιμεταρρύθμισης, δηλαδή μια πιο δραστήρια συμμετοχή στη λαϊκή και θρησκευτική ζωή. Στην παρακμή αυτή συνέβαλαν η έλευση του φωτισμένου δεσποτισμού και η επικράτηση του εθνικιστικού πνεύματος (κατάργηση πολυάριθμων μονών στην Αυστρία επί Ιωσήφ B’ και στη Γαλλία με την Επανάσταση). Ο 17ος Καρμάπα Λάμα του Θιβέτ, σε μοναστήρι της Ινδίας μετά τη δραπέτευσή του από το Θιβέτ. O μοναχισμός είναι σήμερα ιδιαίτερα διαδεδομένος σε ασιατικές χώρες όπου επικρατεί ο βουδισμός. Στη φωτογραφία, κηδεία βουδιστή μοναχού στην Ταϊλάνδη. Οι μοναχοί όλων των δογμάτων θεωρούν το θάνατο πέρασμα στην αιώνια ζωή.
* * *
ο (Μ μοναχισμός)
ο τρόπος ζωής μοναχών που γίνεται με σκοπό την αποκοπή από τα εγκόσμια και την πληρέστερη αφιέρωση στην προσευχή και στη μετάνοια για την πνευματική τελείωση με ποικίλες μορφές θεσμικής και προσωπικής πνευματικότητας, όπως, λ.χ., νηστείες, εγκράτεια, κοινοκτημοσύνη, προτεραιότητα στα πνευματικά έναντι τών υλικών, ποικίλες πνευματικές ασκήσεις, με τελικό σκοπό την ένωση με τον θεό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μοναχός + κατάλ. -ισμός*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ВАСИЛИЙ ВЕЛИКИЙ — [греч. Βασίλειος ὁ Μέγας] (329/30, г. Кесария Каппадокийская (совр. Кайсери, Турция) или г. Неокесария Понтийская (совр. Никсар, Турция) 1.01.379, г. Кесария Каппадокийская), свт. (пам. 1 янв., 30 янв. в Соборе 3 вселенских учителей и святителей; …   Православная энциклопедия

  • ГРИГОРИЯ ПРЕПОДОБНОГО МОНАСТЫРЬ — [Григориaт; греч. ῾Ιερὰ Μονὴ Γρηϒορίου], во имя свт. Николая Чудотворца общежительный муж. мон рь. Расположен на юго зап. побережье п ова Афон (Айон Орос), в устье потока Хрeндели, на невысокой (до 20 м) прибрежной скале, между мон рями… …   Православная энциклопедия

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Μετέωρα — Συγκρότημα μοναστηριών χτισμένων στην κορυφή απότομων και ξεκομμένων μεταξύ τους βράχων, διάσπαρτων σε μια έκταση περίπου τριάντα τ. χλμ., ανάμεσα στα όρη Χάσια, Αντιχάσια και Κόζιακας, του νομού Τρικάλων, στο σημείο ακριβώς, όπου ο Πηνειός… …   Dictionary of Greek

  • ερημιτισμός — ο [ερημίτης] το σύστημα μοναχικής ζωής, ο μοναχισμός, ο ασκητισμός …   Dictionary of Greek

  • μοναχικός — ή, ό (ΑΜ μοναχικός, Μ και μοναχιχός, ή, όν) [μοναχός] αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή προσιδιάζει σε μοναχό, ο μοναστικός («περιεβλήθη το μοναχικό σχήμα») νεοελλ. 1. απόμερος, απομονωμένος («μοναχικό σπίτι») 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε… …   Dictionary of Greek

  • Άγιον Όρος ή Άθως — Πολιτεία μοναχών (2.262 κάτ.) που άνθησε ιδιαίτερα στους βυζαντινούς χρόνους. Το Ά.Ό. είναι βουνό με άφθονα δάση (2.033 μ.), στη νότια άκρη της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, από το οποίο ονομάστηκε έτσι και η χερσόνησος (332,5 τ. χλμ.).… …   Dictionary of Greek

  • Αρμενία — I Ιστορική γεωγραφική περιοχή (περ. 140.000 τ. χλμ.) της δυτικής Ασίας με ασφαλή μάλλον φυσικά σύνορα. Γενικά ως Α. ορίζεται η περιοχή που εκτείνεται σε μήκος μεταξύ του άνω ρου του Ευφράτη και της λεκάνης της Ουρμίας λίμνης και σε πλάτος μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Νεκτάριος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (381 397). Καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας και ήταν συγκλητικός. Αν και ήταν λαϊκός και μάλιστα αβάφτιστος, εξαιτίας της αγιότητας της ζωής του εκλέχτηκε Πατριάρχης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”